Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαστρόπιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαστίκτωρ
μάστιν
μάστιξ
μαστίον
μαστιόων
μάστις
μαστίσδοιεν
μαστίσδω
μαστιστής
μαστιχᾶτον
μαστιχάτον
μαστιχάω
μαστιχέλαιον
μαστίχη
μαστιχηρά
μαστίχινος
μαστίω
μαστόδεσμος
μαστόδετον
μαστοειδής
Μαστορίδης
μαστός
μαστοφαγής
μαστρεία
μαστρία
μαστρικός
μαστροπεία
μαστροπεύω
μαστροπέω
μαστροπικός
μαστρόπιον
μαστροπίς
μαστροπός
μαστροπώδης
μαστρός
μάστρος
μαστροφός
μαστρύα
μαστρυλεῖον
μαστρυλλεῖον
μαστρύλλιον
μάστρυς
μαστρωπεία
μαστρωπός
μαστύς
Μαστώ
μαστώδης
μάστωρ
Μάστωρ
μασύντης
Μασυντίας
μασχαλάω
μασχαλέον
μασχάλη
μασχαλήττει
μασχαλήττω
μασχαλία
μασχαλιαία
μασχαλίζω
μασχάλινος
μασχάλιον
…
μαστρόπιον
Save
Pape
μαστρόπιον
, τό,
der Ort, wo man verkuppelt
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}