μαστόδεσμος Save LSJ Bailly 2024 Pape μαστό-δεσμος, ὁ, = sq., Gal. 18(1).774. μαστό·δεσμος, ου (ὁ) c. le suiv. Gal. 12, 471. μαστόδεσμος, ὁ, = μαστόδετον, Galen.