μάστις
μάστ-ῐς, ιος, ἡ,
- Ion. for foreg., dat. μάστῑ Il. 23.500; acc. μάστιν Od. 15.182, AP 6.234 (Eryc.):—also μαστίδες· ἀκίδες ἢ ἀγκύλαι, Hsch.
μάστις (ἡ) dat. μάστι [ῑ] Il. 23, 500 ; acc. μάστιν [ῐ], Od. 15, 182, ion. c. μάστιξ.
μάστις, ιος, ἡ, ion. = μάστιξ ; davon dat. μάστῑ für μάστιϊ, Il. 23.50, u. acc. μάστιν, ἐφʼ ἵπποιϊν βάλεν, Od. 15.182 ; einzeln bei ap. D., μάστιν πολυαστράγαλον Eryc. 2 (VI.234).
μάστις
ἡ.
Dat. μάστι Il. 23.500. =μάστιξ. : μάστι ἔλαυνε κατωμαδόν Il. 23.500. Cf. Od. 15.182.
μάστις
μάστῐς, ιος, ἡ,
Ionic for μάστιξ