μαχαιροποιεῖον
μαχαιροποιεῖον, a cutler’s factory
μᾰχαιρο-ποιεῖον, τό,
- cutlerʼs factory, D. 27.31.
μαχαιροποιεῖον, ου (τὸ) [ᾰ] fabrique de coutelas, de sabres, Dém. 823, 11.
Étym. μαχαιροποιός.
μαχαιροποιεῖον, τό, Messerschmiede, Werkstatt des μαχαιροποιός, Dem. 27.31.
μαχαιροποιεῖον
μᾰχαιρο-ποιεῖον, ου, τό,
- a cutlerʼs factory, Dem. from μᾰχαιροποιός