μαχαιροπώλης
μαχαιροπώλης, a cutler
μᾰχαιρο-πώλης, ου, ὁ,
- cutler, Poll. 7.156.
μαχαιροπώλης, ὁ, Messer- oder Säbelhändler, Poll. 7.156.
μαχαιροπώλης
μᾰχαιρο-πώλης, ου, ὁ,
- a cutler.