μαχαίτας Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μαχαίτας, v. μαχητής. μαχαίτας, v. μαχητής. μαχαίτας Aeol. voor μαχητής. μαχαίτας, ὁ, äol. = μαχητής, Alcae. bei Strab. XIII.617.