Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαϊούλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μαινάλιος
Μαιναλίς
Μαίναλον
Μαίναλος
Μαϊνάν
μαίνανδρος
μαινάς
μαίνη
μαινίδιον
μαινίς
μαινόλης
μαινόλιος
μαινολίς
μαινόλις
μαίνομαι
μαινομένη
μαινομένια
μαινοποιός
μαίνω
μαίομαι
μαῖον
Μαίονες
Μαιονία
Μαιονίδης
Μαιονίηθεν
Μαιόνιος
Μαιονίς
μαιονιστί
μαιόομαι
Μάϊος
μαϊούλιον
μαιόω
Μαῖρα
μαῖρα
Μαιρά
μαίρη
μαιριάω
μαίρω
μαῖς
Μαισάδης
μαίσωλος
μαίσων
μαισωνικός
μαιτυρέω
μαῖτυς
Μαίων
μαϊώρεις
μαίωσις
μαιωστᾷ
Μαιῶται
Μαιώτης
μαιώτης
Μαιώτης ποταμός
μαιωτικός
Μαιωτικός
Μαιῶτις
Μαιωτιστί
μαιωτιστί
μαίωτρα
μαίωτρον
Μάκαι
…
μαϊούλιον
Save
LSJ
μαϊούλιον, τό, prob.
f. l. for μαρούλιον,
Hsch.
s.v. θριδακίναι (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}