μαιωτικός
μαιωτικός, ή, όν,
- = μαιευτικός, τέχνη Plu. QPlat. 2.1000e; δίφρος Antyll. ap. Orib. 10.19.2, Sor. 1.35; μαιωτικός (sc. λόγος), ὁ, treatise on midwifery by Herophilus, Id. 2.3.
μαιωτικός, ή, όν, c. μαιευτικός, Plut. M. 1000.
Étym. μαιόω.
μαιωτικός, = μαιευτικός, Sp. – S. auch Μαιωτικός.