μελισσότευκτος
μελισσότευκτος, made by bees
μελισσό-τευκτος, ον,
- made by bees, κηρία Pi. Fr. 152.
μελισσό·τευκτος, ος, ον, travaillé par les abeilles, Pd. fr. 266.
Étym. μ. τεύχω.
μελισσότευκτος, von Bienen gemacht, κηρία, Pind. frg. 266.
μελισσότευκτος
- 1made by bees μελισσοτεύκτων κηρίων fr. 152.