μελισσουργεῖον
μελισσουργεῖον, beehive
μελισσουργ-εῖον, τό,
- beehive, Aesop. 289.
μελισσουργεῖον, att. μελιττουργεῖον, ου (τὸ) lieu où sont déposées les ruches, Es. 289 Halm.
Étym. μελισσουργός.
μελισσουργεῖον, τό, = μελισσοτροφεῖον, Aesop. fab. 35.