μελισσοπόνος
μελισσο-πόνος, ον,
- = μελισσοκόμος, AP 6.239 (Apollonid.).
μελισσο·πόνος, ου (ὁ) apiculteur, Anth. 6, 239.
Étym. μ. πένομαι.
μελισσοπόνος, = μελισσοκόμος, Apollnds. 6 (VI.239).
μελισσοπόνος
μελισσο-πόνος, ον
= μελιττουργός, Anth.