μελισσόφυλλον
μελισσό-φυλλον, τό,
- = μελισσοβότανον, Thphr. HP 6.1.4, Dsc. 3.104.
μελισσό·φυλλον, ου (τὸ) mélisse, plante, Th. H.P. 6, 1, 4 ; Diosc. 3, 118.
Étym. μ. φύλλον.
μελισσόφυλλον, τό, Bienenblatt, ein Kraut, = μελισσοβότανον, Diosc. u. a.Sp.