μελίστακτος
μελί-στακτος, ον,
- = foreg. 2, Μοῦσαι AP 4.1.33 (Mel.).
μελί·στακτος, ος, ον, c. le préc. Anth. 4, 1, 33.
μελίστακτος, Honig träufelnd, μοῦσαι, Mel. 1.31 (IV.1).
μελίστακτος
μελί-στακτος, ον
= μελιστᾰγής, Anth.