μεσοπόλιος Save Bailly 2024 Pape Middle Liddell μεσο·πόλιος, ος, ον, c. μεσαιπόλιος, Es. 52.1 Chambry. μεσοπόλιος, dazwischen grau, halbgrau, mit Grau gemischt, Sp. Vgl. μεσαιπόλιος. μεσοπόλιος μεσο-πόλιος, ον regular form for μεσαιπόλιος, Aesop.