Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεσότακτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μεσοποταμίτης
μεσοπτερύγια
μεσόπτωτα
μεσοπύγιον
μεσοπύλη
μεσόπυλον
μεσοπύργιον
μεσοπωρέω
Μεσορή
Μεσορί
μεσορί
μεσόριον
Μεσορομάσδης
μεσόρομβος
μέσορος
μεσορραγής
μέσος
μεσοσέληνον
μεσοστάτης
μεσόστενος
μεσόστηλον
μεσοστροφωνίαι
μεσοστύλιον
μεσόστυλον
μεσοσυλλαβέω
μεσοσυλλαβία
μεσόσφαιρον
μεσόσφαιρος
μεσοσχιδής
μεσοταγής
μεσότακτος
μεσοτείχιον
μεσοτείχιος
μεσότης
μεσότοιχον
μεσότοιχος
μεσοτομέω
μεσότομος
μεσοτριβακόν
μεσοτρίβας
μεσοτριβής
μεσότυχος
μεσουρανέω
μεσουράνημα
μεσουράνησις
μεσουράνιος
μεσουράνισμα
μεσουργέω
μεσουρίαι
μεσούριον
μέσουροι
μεσοφάλακρος
μεσοφανής
μεσοφαράγγιον
μεσοφέρδην
μεσόφθαλμος
μεσόφθεγμα
μεσοφλέβιον
μεσόφρυον
μεσόχθων
μεσόχλοος
…
μεσότακτος
Save
LSJ
μεσό-τακτος, ὁ, dub. sens. in
CPR
154.13 (iii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}