μεσοτριβής
μεσοτριβής, half-worn-out
μεσο-τρῐβής, ές,
- half-worn-out, Hsch. s.v. θύστινον.
μεσοτριβής, ές, halb abgerieben, ἡμιτριβής erkl. Hesych.
μεσοτριβής, half-worn-out