μετασκευωρέομαι
μετασκευωρέομαι, alter
μετασκευ-ωρέομαι,
- alter, τοὔνομα Pl. Plt. 276c.
μετα·σκευωρέομαι-οῦμαι, changer, Plat. Pol. 276c.
μετασκευωρέομαι, umändern, τοὔνομα, Plat. Polit. 276c. ·
μετασκευωρέομαι, alter