μεταποροποίησις Save LSJ Bailly 2024 μεταποροποί-ησις, εως, ἡ, = μετασύγκρισις, Gal. 10.268. μεταποροποίησις, εως (ἡ) modification du système poreux d’une plante, Gal. 10, 91. Étym. μεταποροποιέω.