μετάπτωτος
μετάπτωτος, liable to change
μετά-πτωτος, η, ον,
- = foreg., ἐνέργειαι ἐν ὀλίγῳ μ. Plu. Virt.mor. 2.447a, cf. M.Ant. 5.10. Adv. -τως Arr. Epict. 2.22.8.
μετάπτωτος, ος, ον, c. le préc. Plut. M. 447a ; M. Ant. 5, 10.
Étym. μεταπίπτω.
μετάπτωτος, = μεταπτωτικός, Plut. de virt. mor. 7 u. a.Sp.