μεταρρυθμέω
μεταρρυθμ-έω, = sq., dub. l. in Procop. Goth. 4.2.
μετα·ρρυθμέω-ῶ, c. le suiv. Clém. 1, 1358 Migne ; Philstr. 246.
μεταρρυθμέω, = μεταρρυθμίζω ; als v.l. steht μεταρρυθμηθέντος für μεταρρυθμισθέντος Plat. Tim. 46a ; Sp., wie Philostr.