μετεισάμενος
μετεισάμενος, Ep. aor. 1 part. Med. of μέτειμι (εἶμι ibo).
μετεισάμενος, v. μέτειμι 2, fin.
μετεισάμενος, part. aor. I. med. zu μέτειμι, Il. 13.90, 17.285.
μετεισάμενος
aor. pple. mid. μεθίημι2.
μετεισάμενος : see μέτειμι 2.