μετέγγυος
μετέγγυος, fellow-surety
μετέγ-γῠος, ὁ,
- fellow-surety, POxy. 266.10 (i A. D.).
μετέγγυος, = μεσέγγυος, nach Moeris att. für μεσίτης.
μετέγγυος, fellow-surety