μετάψυξις
μετάψυξις, recovery of breath
μετάψυξις, εως, ἡ,
- recovery of breath (μεταπνοή), Hsch. (Voss for μετάμιξις).
μετάψυξις, ἡ, Abkühlung, μεταπνοή erklärt.
μετάψυξις, recovery of breath