μετεώρισμα Save LSJ Pape μετεώρ-ισμα, ατος, τό, = sq. II.2, Metrod. Herc. 831.5 (pl.). II gloss on φρύαγμα, Hsch. μετεώρισμα, τό, erkl. Hesych. durch φρόνημα.