μηλοπάρειος
μηλοπάρειος, apple-cheeked
μηλο-πάρειος [ᾰ], Aeol. μᾱλοπάραυος, ον,
- apple-cheeked, Theoc. 26.1.
*μηλο·πάρειος, éol. μαλοπάραυος, ος, ον [ᾱᾰ] aux joues fraîches ou rouges comme une pomme, Thcr. Idyl. 26, 1 (μῆλον 1, παρειά).
μηλοπάρειος, apfelwangig, d.i. rot- oder rundwangig, bei Theocr. 26.1 in dor. Form μᾱλοπάρῃος ; Eust. 691.52 erkl. ἁπαλοπάρῃος.
μηλοπάρειος
- apple-cheeked, Theocr.