μηλώδης
μηλώδης, apple-like
μηλώδης, ες,
- = μήλινος II.2, Gal. Nat.Fac. 3.7, cf. An.Ox. 1.280, EM 584.13.
μηλώδης, ης, ες, d’un vert de pomme, Gal. 5, 62 (μῆλον 1, -ωδης).
μηλώδης, ες, = μηλοειδής, Sp.