μηνίαμα Save LSJ Bailly 2024 Pape μηνίᾱμα, ατος, τό, = μήνιμα, LXX Si. 40.5. μηνίαμα, ατος (τὸ) [ᾱμ] c. μήνιμα, Spt. Sir. 40, 5 ; Bas. 3, 600 Migne. Étym. μηνιάω. μηνίαμα, [ιᾱ], τό, = μήνιμα, LXX, l.d.