μηναγυρτέω
μην-ᾰγυρτέω,
- v.l. for μητραγυρτέω in D.H. 2.19 (ap. Eus. PE 2.8).
μηναγυρτέω-ῶ [ᾰ] faire une tournée chaque mois pour mendier, DH. 2, 19.
Étym. μηναγύρτης.
μηναγυρτέω, als ein μηναγύρτης bettelnd herumziehen, Euseb. Vgl. μητραγυρτέω.