μητραγυρτέω
μητραγυρτέω, to be a begging priest of Cybele
μητρ-ᾰγυρτέω,
- to be a μητραγύρτης, Antiph. 159.8, D.H. 2.19.
μητραγυρτέω-ῶ [ᾰ] quêter pour Cybèle, Antiph. (Ath. 226d) ; DH. 2, 19.
Étym. μητραγύρτης.
μητραγυρτέω, als ein μητραγύρτης betteln ; Antiphan. bei Ath. VI.226c ; καὶ τυμπανοφορούμενος, id. XII.541d ; Dion.Hal. 2.19.