μητριάς
μητριάς, άδος [ᾰδ] adj. f. maternel, Anth. 9, 398.
Étym. μήτηρ.
μητριάς, άδος, ἡ, bes. fem. zu μήτριος, ἐν χθονὸς ἀγκοίναις ὤλετο μητριάσιν, in den mütterlichen Armen, Iul. Aeg. 45 (IX.398).
μητριάς, άδος,
fem. of μήτριος, Anth.