Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μητρικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μητίοχος
μητιόων
μητιόωσα
μητιόωσι
μῆτις
μήτις
Μῆτις
μητίσομαι
μητίω
Μητίων
μήτοι
μῆτος
μήτρα
μητραγυρτέω
μητραγύρτης
μητραδελφεός
μητράδελφος
μητράζω
μητραλοίας
μητραλῴας
μητρανοίκτης
μητράριον
μητρεγχύτης
μήτρη
μήτρια
μητριάζω
μητριάς
μητρίδιος
μητρίζω
μητρικός
μητρικῶς
μήτριος
μητρίς
Μητροβάτης
Μητρόβιος
Μητρογαθής
μητρογαμέω
μητρογαμία
μητρογάμος
μητροδίδακτος
μητρόδοκος
Μητρόδοτος
Μητρόδωρος
μητροήθης
μητρόθε
μητρόθεν
μητρόθεος
μητροκασιγνήτη
Μητροκλῆς
μητροκοίτης
μητροκολωνεία
μητροκομέω
μητροκτονέω
μητροκτονία
μητροκτόνος
μητροκωμία
μητρόλεθρος
μητρολέτης
μητρόληπτος
μητρολῴας
μητρομανία
…
μητρικῶς
Save
Bailly 2024
μητρικῶς,
adv.
de mère, comme une mère,
DH.
Rhet.
9, 4
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}