μιλλός Save LSJ Pape μιλλός, ή, όν, = βραδύς, Hsch.:—hence μιλλότης, ἡ, prob. for μιλώτις in Hsch. s.v. νωχέλεια. μιλλός, wird von Hesych. βραδύς, χαῦνος erkl.