μναστήρ
μναστήρ, suitor
μναστήρ, μνάστειρα, μνᾶστις, v. μνηστ-. μνέα, v. μνᾶ.
μναστήρ, v. μνηστήρ.
μναστήρ, ὁ, dor. = μνηστήρ. Bei Hesych. auch ein Monatsname.
μναστήρ (-ήρ, -ῆρ(α), -ῆρες, -ῆρας.)
- a courting ἄνδρας ὀλέσαις μναστῆρας suitors O. 1.80 pro subs., ἔβαν Ἴρασα πρὸς πόλιν, Ἀνταίου μετὰ καλλίκομον μναστῆρες ἀγακλέα κούραν P. 9.106 met., c. gen., ὤπασε δὲ Κρονίων πολέμου μναστῆρά οἱ χαλκεντέος λαὸν ἵππαιχμον in love with N. 1.16
- b incentive for, summons to c. gen. (v. E. Fraenkel, Nom. ag., I 1536) κεφαλᾶν πολλᾶν νόμον, εὐκλεᾶ λαοσσόων μναστῆρʼ ἀγώνων P. 12.24 μναστὴρ στεφάνων (sc. ἀγών) fr. 20, cf. fr. 19. f. adj., ὅστις ἐὼν καλὸς εἶχεν Ἀφροδίτας εὐθρόνου μνάστειραν ἁδίσταν ὀπώραν (τὴν μνήμην ἐμποιοῦσαν τῆς Ἀφροδίτας. Σ.) I. 2.5