μυρίς
μυρίς, box for unguents
μῠρ-ίς, ίδος, ἡ, (μύρον)
- box for unguents, Poll. 7.177.
- II v. μυρρίς.
μυρίς, ίδος, ἡ, Salbenbüchse, Poll. 7.177, = μυρηρὰ λήκυθος.
μυρίς, box for unguents