μυριόφορτος
μῡρῐό-φορτος, ον, = foreg., AP 10.23 (Autom.).
μυριό·φορτος, ος, ον [ῡ] c. μυριαγωγός, Anth. 10, 23.
Étym. μ. φόρτος.
μυριόφορτος, [ῡ], = μυριαγωγός, ναῦς, Automed. 11 (X.23).
μυριόφορτος
μῡριό-φορτος, ον
= μῡριοφόρος, Anth.