μυριοχαύνη
μυριοχαύνη, infinitely affected
μῡρῐο-χαύνη, ἡ,
- an infinitely affected woman, Hp. Epid. 2.1.12 (μηριοχάνη Erot.; μυοχάνη is f.l. in Gal. 19.142).