μυριότης
μῡρῐό-της, ητος, ἡ,
- = μυριάς, LXX Wi. 12.22.
μυριότης, ητος (ἡ) [ῡ] infinité, Spt. Sap. 12, 22.
Étym. μυρίος.
μυριότης, [ῡ], ητος, ἡ, = μυριάς, Phocyl. 162, zw.; vgl. Lobeck zu Phryn. 662.