μυρτοπέταλον
μυρτο-πέτᾰλον, τό,
- = πολύγονον ἄρρεν, Ps.-Dsc. 4.4, Plin. HN 27.113.
μυρτο·πέταλον, ου (τὸ) [ᾰ] sorte de plante, Diosc. Noth. 586.
Étym. μύρτος, πέταλον.
μυρτοπέταλον, τό, Myrrhenblatt, eine Pflanze, Diosc.