μύρτινος
μύρτινος, of myrtle
μύρτ-ῐνος, η, ον,
- of myrtle, στέφανος Eub. 99; [μύρον] Thphr. Od. 28.
μύρτινος, η, ον [ῐ] de myrte, Eub. 3, 252 Meineke.
Étym. μύρτος.
μύρτινος, = μύρσινος, στέφανος, Eubul. Ath. XV.679e.