νεοσμίλευτος
νεοσμίλευτος, new-carved
νεοσμίλευτος, Bentleys Conj. in Diosc. 27 (VII.411, μὴ σμιλευτός).
νεοσμίλευτος
νεο-σμί_λευτος, ον
- new-carved, Anth.
νεοσμίλευτος, new-carved