About Report a problem

Menu

νεοσσοποιέω

νεοσσο-ποιέω, later νοσσο-,
  • = νεοσσεύω, LXX Is. 13.22:—also in Med., Aesop. 5: metaph., ταῦτα (sc. πλοῦτος καὶ πολυτέλεια) ἐν τοῖς βίοις -ποιεῖται Longin. 44.7.

Saved

Recent