νεόσσυτος Save LSJ Pape νεό-σσῠτος, ον, = νέορτος, Hsch.; ἰχώρ Nonn. D. 29.268; ὄγκος ἀνίης ib. 4.10. νεόσσυτος, erkl. Hesych. νεωστὶ ὁρμῶντα, νεαρά.