νεόκτιτος Save Bailly 2024 Pape νεό·κτιτος, ος, ον [ῐ] c. le préc. Nonn. D. 18, 294. Étym. ν. *κτίω. νεόκτιτος, = νεόκτιστος, Nonn. 18.294.