νεόκοπος
νεόκοπος, newly cut out, new
νεό-κοπος, ον,
- newly cut out, new, Eup. 20.
νεό·κοπος, ος, ον, qui vient d’être coupé, Eup. 20 Kock.
Étym. ν. κόπτω.
νεόκοπος, = νεόκοπτος, κάρδοπος, Eupolis bei Poll. 7.22, νεωστὶ κεκομμένη.