νυκτέριος
νυκτέρ-ιος, α, ον, also ος, ον Luc. Peregr. 28:—
- = foreg., Orph. H. 49.3; γλαῦξ Arat. 999; ἔργον AP 9.403 (Maec.).
νυκτέριος, α, ον, c. le préc. Arat. 999 ; Orph. H. 1, 5, etc. ; Luc. Per. 28 ||
➳ Fém. -ος, Luc. Per. l. c.
νυκτέριος, = νυκτερινός ; ἔργον, Qu.Maec. 11 (IX.403); Orph. περὶ σεισ. 57.
νυκτέριος, α, ον
= νυκτερῐνός, Luc., Anth.