νωτηγός Save LSJ Bailly 2024 νωτ-ηγός, όν, (ἄγω) = νωταγωγός, ἵπποι Peripl.M.Rubr. 24. νωτ·ηγός, ός, όν, c. νωταγωγός, M. rubr. p. 13.