ξεινοδόκος
ξεινοδόκος, ion. = ξενοδόκος.
ξεινοδόκος
-ου, ὁ
[ξεῖνος + δοκ-, δέχομαι.]
A host, one’s host Il. 3.354 : Od. 8.210, 543, Od. 15.55, 70, Od. 18.64.
ξεινοδόκος (δέχομαι): guest-receiving, hospitable; as subst., host, Od. 18.64.