Ξεναγόρας Save Bailly 2024 Ξεν·αγόρας, ου (ὁ) [ᾰᾱ] Xénagoras, h. El. V.H. 12, 26, etc. || ➳ Ion. Ξειναγόρης, Hdt. 9, 107. Étym. ξένος, ἀγορεύω.