Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ξενύει
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξένος
ξενοσσόος
ξενόστασις
ξενόστομος
ξενοσύνη
ξενοτάφιον
ξενότιμος
Ξενότιμος
ξενότροπος
ξενοτροφέω
ξενοτροφία
ξενοτρόφος
ξενοφανής
Ξενοφάνης
Ξενοφαντίδας
Ξενόφαντος
Ξενόφιλος
ξενοφονέω
ξενοφονία
ξενοφόνος
Ξενόφρων
ξενοφυής
ξενοφύλαξ
Ξενοφῶν
ξενοφωνέω
ξενοφωνία
ξενόφωνος
Ξενοφώντειος
ξενόω
ξενύδριον
ξενύει
Ξένυλλα
ξενύλλιον
ξενών
Ξένων
ξένως
ξένωσις
ξερίας
ξερίς
Ξέρξης
ξερόν
ξερός
ξέσις
ξέσμα
ξεσμή
ξεσμός
ξέσσα
ξέσσε
ξεστασία
ξέστης
ξεστιαῖος
ξεστίζω
ξεστίον
ξεστός
ξεστουργία
ξέστριξ
ξέστρον
ξέω
ξηνός
ξηρά
ξηραίνω
…
ξενύει
Save
LSJ
ξεν-ύει·
λήγει,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}