ξεστιαῖος
ξεστιαῖος, of a ξέστης
ξεστ-ιαῖος, α, ον,
- of a ξέστης, μέτρον Gal. 13.435, cf. Phlp. in Mete. 24.24.
ξεστιαῖος, α, ον, qui concerne le setier, Gal. 1, 328.
Étym. ξέστης.